Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ



   Ψάχνοντας και διαβάζοντας για την απεργία των καπνεργατών το 1936 στη Θεσσαλονίκη είδαμε ομοιότητες με την κατάσταση που βιώνουμε σήμερα στη χώρα μας.Η λεηλασία των εργατικών δικαιωμάτων και ο ευτελισμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας είναι ίδια 80 χρόνια μετά.
Τον Μάιο του 1936 στη Θεσσαλονίκη γίνονται απεργίες και πορείες με αιματηρή κατάληξη. Ο πρώτος από τους δώδεκα διαδηλωτές που έπεσαν νεκροί από τα πυρά των χωροφυλάκων είναι ο 25χρονος αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης από το Ασβεστοχώρι. Η φωτογραφία που δημοσιεύεται στο «Ριζοσπάστη» την επόμενη ημέρα είναι συγκλονιστική: Ο νεκρός βρίσκεται ξαπλωμένος σε μια ξύλινη πόρτα που είχε ξηλωθεί από κάποια οικοδομή. Η μητέρα του, Κατίνα Τούση, ντυμένη στα μαύρα μοιρολογάει το παιδί της ενώ γύρω της περνούν χωροφύλακες και διαδηλωτές.
Ο Γιάννης Ρίτσος βλέποντας τη φωτογραφία της μάνας του νέου να θρηνεί πάνω από το άψυχο σώμα του παιδιού της έγραψε τον «Επιτάφιο». Οι στίχοι του ποιήματος έγιναν λαϊκό τραγούδι όταν μελοποιήθηκαν από τον Μίκη Θεοδωράκη. Ο Γιάννης Ρίτσος είχε στείλει την επανέκδοση του Επιταφίου στο μεγάλο μας συνθέτη, όσο ο τελευταίος βρισκόταν στο Παρίσι. Στην αφιέρωση έγραφε «το βιβλίο τούτο κάηκε από τον Μεταξά το 1938 κάτω από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός». Το 1960 ηχογραφήθηκαν οι μελοποιημένοι στίχοι στην Αθήνα, παρουσία του συνθέτη.

Η φωτογραφία-ντοκουμέντο, με τη μάνα του Τάσου Τούση να θρηνεί πάνω από το πτώμα του γιου της!.. Αυτή τη σκηνή είδε ο Γιάννης Ρίτσος και έγραψε τον "Επιτάφιό" του!...
Ι.
Γιέ μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχιάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,
πως κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω
και δε σαλεύεις, δε γρικάς τα που πικρά σου λέω;
Γιόκα μου, εσύ που γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Που μάντευες τι πέρναγα κάτου απ' το τσίνορό μου,
τώρα δε με παρηγοράς και δε μου βγάζεις άχνα
και δε μαντεύεις τις πληγές που τρώνε μου τα σπλάχνα;
Πουλί μου, εσύ που μου φερνες νεράκι στην παλάμη
πως δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι;
Στη στράτα εδώ καταμεσίς τ΄άσπρα μαλλιά μου λύνω
και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.
Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει
κι είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει.
Δε μου μιλείς κι η δόλια εγώ τον κόρφο δες, ανοίγω
και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιέ μου μπήγω. 
II
Κορώνα μου, αντιστύλι μου, χαρά των γερατειώ μου,
ήλιε της βαρυχειμωνιάς, λιγνοκυπάρισσό μου,
Πως μ΄άφησες να σέρνουμαι και να πονώ μονάχη
χωρίς γουλιά, σταλιά νερό και φως κι άνθο κι αστάχυ ;
Με τα ματάκια σου έβλεπα της ζωής κάθε λουλούδι,
με τα χειλάκια σου έλεγα τ' αυγερινό τραγούδι.
Με τα χεράκια σου τα δυό, τα χιλιοχαϊδεμένα,
όλη τη γης αγκάλιαζα κι ολ' είτανε για μένα.
Νιότη απ τή νιότη σου έπαιρνα κι ακόμη αχνογελούσα,
τα γερατειά δεν τρόμαζα, το θάνατο αψηφούσα.
Και τώρα που θα κρατηθώ, που θα σταθώ, που θάμπω,
που απόμεινα ξερό δεντρί σε χιονισμένο κάμπο;
Γιέ μου, αν δε σούναι βολετό ναρθείς ξανά σιμά μου,
πάρε μαζί σου εμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.
Κι αν ειν τα πόδια μου λιγνά, μπορώ να πορπατήσω
κι αν κουραστείς, στον κόρφο μου, γλυκά θα σε κρατήσω. 
III
Μαλλιά σγουρά που πάνω τους τα δάχτυλα περνούσα
τις νύχτες που κοιμόσουνα και πλάϊ σου ξαγρυπνούσα,
Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο και κοντυλογραμμένο,
καμάρα που το βλέμμα μου κούρνιαζε αναπαμένο,
Μάτια γλαρά που μέσα τους αντίφεγγαν τα μάκρη
πρωινού ουρανού, και πάσκιζα μην τα θαμπώσει δάκρυ,
Χείλι μου μοσκομύριστο που ως λάλαγες ανθίζαν
λιθάρια και ξερόδεντρα κι αηδόνια φτερουγίζαν,
Στήθεια πλατιά σαν τα στρωτά φτερούγια της τρυγόνας
που πάνωθέ τους κόπαζε κ΄η πίκρα μου κι ο αγώνας,
Μπούτια γερά σαν πέρδικες κλειστές στα παντελόνια
που οι κόρες τα καμάρωναν το δείλι απ' τα μπαλκόνια,
Και γω, μη μου βασκάνουνε, λεβέντη μου, τέτοιο άντρα,
σου κρέμαγα το φυλαχτό με τη γαλάζια χάντρα,
Μυριόρριζο, μυριόφυλλο κ ευωδιαστό μου δάσο,
πως να πιστέψω η άμοιρη πως μπόραε να σε χάσω;
ΙV
Γιέ μου, ποιά Μοίρα στόγραφε και ποιά μου τόχε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτιά στα στήθεια μου ν ανάψει;
Πουρνό - πουρνό μου ξύπνησες, μου πλύθηκες, μου ελούστης
πριχού σημάνει την αυγή μακριά ο καμπανοκρούστης.
Κοίταες μην έφεξε συχνά - πυκνά απ' το παραθύρι
και βιαζόσουν σα νάτανε να πας σε πανηγύρι.
Είχες τα μάτια σκοτεινά, σφιγμένο το σαγόνι
κι είσουν στην τόλμη σου γλυκός, ταύρος μαζί κι αηδόνι.
Και γω η φτωχειά κ η ανέμελη και γω η τρελλή κ η σκύλα,
σούψηνα το φασκόμηλο κι αχνή η ματιά μου εφίλα
Μια - μια τις χάρες σου, καλέ, και το λαμπρό σου θωρί
κι αγαλλόμουν και γέλαγα σαν τρυφερούλα κόρη.
Κι ουδέ κακόβαλα στιγμή κι ουδ έτρεξα ξοπίσω
τα στήθεια μου να βάλω μπρος τα βόλια να κρατήσω.
Κι έφτασ αργά κι, ω, που ποτές μην έφτανε τέτοια ώρα
κι, ω, κάλλιο να γκρεμίζονταν στο καύκαλό μου η χώρα.
V
Σήκω, γλυκέ μου, αργήσαμε• ψηλώνει ο ήλιος• έλα,
και το φαγάκι σου έρημο θα κρύωσε στην πιατέλα.
Η μπλε σου η μπλούζα της δουλειάς στην πόρτα κρεμασμένη
θα καρτεράει τη σάρκα σου τη μαρμαρογλυμμένη.
Θα καρτεράει το κρύο νερό το δροσερό σου στόμα,
θα καρτεράει τα χνώτα σου τ ασβεστωμένο δώμα.
Θα καρτεράει κ η γάτα μας στα πόδια σου να παίξει
κι ο ήλιος αργός θα καρτερά στα μάτια σου να φέξει.
Θα καρτεράει κ η ρούγα μας τ αδρό περπάτημά σου
κ οι γρίλιες οι μισάνοιχτες τ αηδονολάλημά σου.
Και τα συντρόφια σου, καλέ, που τις βραδιές ερχόνταν
και λέαν και λέαν κι απ τα ίδια τους τα λόγια εφλογιζόνταν
Και μπάζανε στο σπίτι μας το φως, την πλάση ακέρια,
παιδί μου, θα σε καρτεράν να κάνετε νυχτέρια.
Και γω θα καρτεράω σκυφτή βραδί και μεσημέρι
ναρθεί ο καλός μου, ο θάνατος, κοντά σου να με φέρει.
...
ΙΧ
Ω Παναγιά μου, αν είσουνα, καθώς εγώ, μητέρα,
βοήθεια στο γιο μου θάστελνες τον Άγγελο από πέρα.
Κι, αχ, Θε μου, Θε μου, αν είσουν Θεός κι αν είμασταν παιδιά σου
θα πόναγες καθώς εγώ, τα δόλια πλάσματά σου.
Κι αν είσουν δίκειος, δίκαια θα μοίραζες την πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδί να φάει και να χορτάσει.
Γιέ μου, καλά μου τάλεγε το γνωστικό σου αχείλι
κάθε φορά που ορμήνευε, κάθε φορά που εμίλει:
Εμείς ταγίζουμε ζωή στο χέρι: περιστέρι,
κ εμείς ουτ ένα ψίχουλο δεν έχουμε στο χέρι.
Εμείς κρατάμε όλη τη γης μες στ’ργασμένα μπράτσα
και σκιάχτρα στέκουνται οι Θεοί κι αφέντη έχουνε φάτσα.
Αχ, γιέ μου, πια δε μούμεινε καμιά χαρά και πίστη,
και το χλωμό και το στερνό καντήλι μας εσβήστη.
Και, τώρα, επά σε ποιά φωτιά τα χέρια μου θ ανοίγω,
τα παγωμένα χέρια μου ναν τα ζεστάνω λίγο;




Καλό μήνα και καλούς αγώνες!!!



Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

ΠΛΕΚΤΟ ΤΣΑΝΤΑΚΙ


   Αφού η Άνοιξη δεν αποφασίζει να 'ρθει, ας την προσκαλέσουμε όλοι μαζί.
Ήδη απ' ότι βλέπουμε έχουν ξεκινήσει οι ανοιξιάτικες και καλοκαιρινές δημιουργίες.
Ακολουθώντας και μεις το "ρεύμα" φτιάξαμε αυτό το τσαντάκι-πουγκί σ' ένα άκρως καλοκαιρινό χρώμα.
                               




   Είπαμε να κάνουμε μια "τσαχπινιά", οπότε το λουρί του είναι τρεις αλυσίδες με γαϊτανάκι.




                               Να είστε καλά και να έχετε πάντα ότι χρειάζεστε!!!









Πέμπτη, 16 Απριλίου 2015

ΛΑΜΠΑΔΕΣ

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ !!!
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ !!!



   Οι φετινές μας λαμπάδες: Ηρωίδες παραμυθιών για τις πιτσιρίκες.


                                                             Η Χιονάτη




                                                        και η Σταχτοπούτα.







   Για την νεαρή δεσποινίδα κολιέ, ντεκουπάζ και μπόλικο γκλίτερ που δεν φαίνεται στις φωτογραφίες, παρ' όλη την προσπάθεια.





         
                                         Ο Σπάιντερμαν για τον μικρό κύριο.


                                     Αντικολλητικό χαρτί κουζίνας και σπάγκος.

                         Χαρτόκουτο για  βάση, καρφίτσες και αραιωμένη ατλακόλ.







                                             Ντεκουπάζ για τον νεαρό κύριο.






                                 Και το πιο μικρό από τα μικρά μας καλάθια.






                           Να είστε πάντα καλά και να έχετε πάντα ότι χρειάζεστε!!!







Πέμπτη, 2 Απριλίου 2015

... ΚΡΑΤΑ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟ ΚΑΛΑΘΙ





   ... Πάσχα έρχεται!!!Ένα μικρό καλάθι είναι άκρως απαραίτητο!!! Μα να βάλεις διακοσμητικά αυγά, μα να βάλεις τα βαμμένα αυγά, μα να προσφέρεις σοκολατένια αυγά ή άλλα πασχαλινά καλούδια.


   Φέτος φτιάξαμε τα δικά μας καλάθια.Για την κατασκευή τους χρησιμοποιήσαμε βαμβακερό σχοινί απλώματος και πιστολάκι σιλικόνης.Το σχοινί υπάρχει σε μεγάλη ποικιλία χρωμάτων και κάθε συσκευασία έχει γύρω στα 12 μέτρα.
 



   Στο τέλος τα περάσαμε με αραιωμένη ατλακόλ για να είναι πιο σταθερά και για να κοκαλώσει το χερούλι τους.




 
   Προτιμήσαμε ανοιχτόχρωμα σχοινάκια για να μην φαίνεται πολύ η σιλικόνη.




   Σ' αυτό το καλαθάκι χρησιμοποιήσαμε για καλούπι ένα ανοξείδωτο μπολ.










   Και το πασχαλινό μας κλαδί με αυγά και πούπουλα.



                              Να είστε καλά και να έχετε πάντα ότι χρειάζεστε!!!